Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

χάικου για το φθινόπωρο

μην το τσάι στρα-
γγίξεις!άσε το υπό-
λοιπο δικό του

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

η..

Η συνειδητοποίηση είναι μια πολύ αργή διαδικασία/
καμιά σχέση με έκλαμψη-όλα τα άλλα είναι προφάσεις των πιστών.
τώρα που έπιασε η μέρα να νυχτώνει
φοράς πιο εύκολα τις λέξεις που σκαλώνουν στον ουρανίσκο.


Απέναντί σου εκείνο που ήθελες και καλειδοσκοπικά όλοι βλέπουν το δικό τους.


Ο ΠΟΙΗΤήςο νεκροθάφτηςο Σεπτέμβρης
      σηκώνει την φούστα σου 
να σου θυμίσει ότι όσο τα βάθη απροσπέλαστα
τόσο δεμένος, εδώ.εδωδά.νάρκη. δεν το τσίμπημα
εντοπίζεις τωνκουνουπιώνε.


οι φωτιές, αχ οι φωτιές.
η πίστη σέσωκε. πώς και γιατί να είναι μια αγκαλιά το
χαμόγελο
εκείνο
    αγκαλιά λουλούδια σαν μια λέξη
απ'τα χείλη κολυμπώντας μέχρι στη γλώσσα ψηλά κι εκείνη
εκείνη
πλαταγίζοντας να την ξεβράζει ανάμεσα στα δόντια.
ο επικήδειος της  ένρινος, ρουθουνίζοντας. ο ήχος σαφώς
μ' έναν ανεπαίσθητο παρατονισμό.Α-


φού ο ουρανός απροσπέλαστος, το καλοκαίρι ανύπαρκτο.
οι φωτιές, αχ οι φωτιές.

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

ενδημικό

Πέρα από το μπουγάζι πέρα ίσως από κι το μεγάλο νησί με τη ράχη του σαν κήτος που έσπαζε
μέσα απ' το πέλαγο, εκοίταζε. 
το μάτι του πέταγε ίσα πάνω απ'
την κόψη του νησού με τα λιγοστά αγριοκάτσικα
τις καλές μέρες που ίσως έπιανε το μάτι σου την πέρα όχθη,


γέρος ήδη χρόνια πολλά πριν γεννηθώ αναρωτιόταν
μέσα σε σκόρπιες σκέψεις νοσταλγίας μιας άλλης ζωής
πριν ακόμα χνούδι μιας σκέψης ή επιθυμίας γίνω
ποιος ξέρει ποιας σύμβασης


ιχνήλατος
γεμάτος από φύκια τόσο παλιά όσο 
η επιθυμία του να διηγείται ιστορίες
να τραγουδήσει, πριν ακόμα κανείς πεθάνει
για σήκω απάνω Γιάννο μου
και μην βαριοκοιμάσαι


μιας και ο πρώτος θάνατος που θυμάσαι είναι 
αυτός της νιότης κι όχι ο άλλος που ξέχασες-
μες στη μνήμη βουτηγμένος ως τη μύτη λοιπόν
φοβήθηκε κι ούτε ξαναμπαίνει πια 
στη βάρκα
μήτε κουνάει απ΄το σπίτι παρά
καθισμένος κει δα στο κονάκι του, αναμένει την στιγμή που θα πετρώσει και θα γίνει μια και καλή, τόπος


το σπίτι πίσω να χτίζεται με τους αιώνες
παράνομο μες στα ρουμάνια από τα σκίνα
και τους ρύακες κατακόρυφους 


βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι,
χιονίζει, θα κρυώσεις,

σε βράχια πορφυρά απόκρημνα ορμητήρια


θα σου βραχούνε τ' άρματα
και τα χρυσά κουμπιά σου
από πάνω η βάση του ΝΑΤΟ

τότε πρόσφατη ακόμη
κι εθνική κυριαρχία δεν ήταν τίποτε άλλο
απ΄τη δυνατότητα να αγναντεύει
απ' τα πιο ψηλά το πέλαο.


κι έμοιαζε μάλλον εκείνη η σκέψη με
και τ ασημένιο το σπαθί
πού 'ναι μεσ' το θηκάρι.
τότες που έχοντας τον ρεζιλέψει ο δάσκαλος

γιατί μέσα σε απειλές μαρτύρησε στους αντάρτες το μέρος 
που υπήρχαν ζωντανά
από τότες λέω δεν θυμάται τον πόλεμο, τον φόβο 
μονάχα την ντροπή, μπροστά σε τόσα παιδιά εκείνος ο προδότης


είμαι 
σίγούρος πως εκείνο το απόγευμα με τον άστερο να φέγγει
πάνω ακριβώς απ' την πρασούδα
και τον γέρο να τον κοιτάει μια αυτόν και
μια τους καλαμαράδες που βγαίνανε στο πέλαγο σεργιάνι ασέληνο
ευχήθηκε στο έμπα του φθινοπώρου να γένει επιτέλους παππούς
και να μπορεί όλα να τα διηγηθεί από την αρχή
χωρίς κανείς να τον διακόψει.




τότε ακούγοντας την θάλασσα ν' αγριεύει τον βράχο τον δίχως άμμο
τα ψάρια να σπαρταράνε και
την φωτιά να καίει τα σκίνα
τον γέρο να τραγουδά
αυτά που έχασε φεύγοντας
απ'το βουνό φεύγοντας μαζί
κι εκείνα που πια δεν εθυμόταν
τότε γεννήθηκα κι όχι μιαν άλλη μέρα πολύ αργότερα


εγένετο παππούς
κι οι διηγήσεις ήταν πια μια δυνατότητα που θα μπορούσε
να θρέψει λίγο λίγο τους σπόρους που χάθηκαν


αφού στις σχέσεις που νοσταλγούν ο χρόνος 
ρουφιέται από τον τόπο
απλώνοντας την τέφρα του, λίγη λίγη, λυτρωτικά πάνω στο χώμα.
εδώ ρουφήχτρες μοιάζουν οι στιγμές
και ξεσαλώνουν σκιές δρόμους και κτήρια
 ώστε να σκορπίσουμε όχι
πια σαν ύλη μα 
ως σύννεφο από χρονοσταγόνες



Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

μνημόσυνο





Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι. 
Πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. 



Λίγο πριν κοιμηθώ, άλλη μια φορά χωρίς καθόλου όνειρα, 
με σκούντηξε ο Μπλες,
το μαξιλάρι μου. Το 'χω από τότε που θυμάμαι και τι χρώμα
έχει μπορείτε να φανταστείτε όπως
και τις βρωμιές που φέρει και την πλαστικότητα
την τόσο μη εργονομική.
Με σκούντηξε


θα στο πω ξεκάθαρα και μάλλον αντίστροφα από τους
εραστές της γραφής που εκεί μόνο γεννούν
τις ονειρώξεις τους.
ντρέπομαι που δεν
μα δεν έχω τίποτα να γράψω


ούτε για τους γλάρους που κάποτε έκρωξαν
μες στο μπετό το πέταγμά τους
ούτε για το χρόνο
που ερημώνει
περιμένοντας. σ' αυτά τα βάθη,
της ανοχής με αναγνώρισα.
κι ήταν, πιστέψτε με φιλόξενα.
πρώτη φορά 


καθισμένος από μένα τον ίδιο
στο θρόνο που έχτισα χωρίς να βλέπω
είδα τα χέρια μου να πολεμούν με.
τα διαλεγμένα τα σπαρτά και 
τα καμένα σπίτια ή η έρημος
τελειώνει, το μέτρημα, ο γυρισμός, έτσι φαίνεται.
έφεραν πίσω τον πόνο, αδιάσειστο στοιχείο
ή σχεδόν
από τα βράχια τα ψηλά κι απ΄τις βαθιές τις τρύπες
έφεραν, φέραμε, έτσι φαίνεται.


ελέησον με γιατί δεν είδα
όταν ήταν καιρός κι
η τέφρα με πρόλαβε;


έφεραν, φέραμε την μνημοσύνη, περιμένοντας, ε;
κι όμως η λέαινα η σιωπή παίζει διπλό παιχνίδι
μια στο καρτέρι και μια στο κυνήγι
τις μέρες της χαράζοντας στο γραφείο
και στον τοίχο τις ώρες μου.


Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, ακούς;
κι έχω ένα άγχος μήπως μπορέσω και δω
αν έρχεται
και στρέφω συνεχώς πίσω το κεφάλι,
τόσο που πιάστηκα, σαν λέξη ανάμεσα σε κόμματα,


-ο μπλες με σκούντηξε ξεκάθαρα,
πεθαμένο είναι το παιχνίδι.
κι άλλωστε τί είναι απαισιόδοξο παρά
το να κοιτάς κατάματα αυτό που σου
διαφεύγει. μουρμουρίζει το μαξιλάρι
για να κοιμηθώ, έφεραν, φέραμε
τον αγέρα το γλυκό τον 
δίχως όνειρα, ξέχνα
τα ερείπια ξέχνα
αυτά που φαίνονται εκείνα βλέπεις
τελειώνει το μελάνι, τελείωνε
τι έφεραν
τι φέραμε
τι έφερες στο κάτω κάτω παρά το σκεύος,
κενό που μέσα του
βαπτίστηκες
κι άλλος κανείς δεν το'δε. σχεδόν.
ας δουν τουλάχιστον αυτό. ή ας τ' ακούσουν.





κι ο μπλες κοιμήθηκε κι εγώ απόμεινα να τον
κοιτώ 
πριν τον δίχως όνειρα ύπνο. 


Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν,έδωκα αν 
                                Ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις.