Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μνημικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

ο παππούς κι η μαγνητοταινία

Το δισάκι που ζευόντουσαν,παλιά, στον ώμο της αποδήμησης                                                                                      ήταν ίσως 
αντιστρόφως ανάλογο 
της μνήμης του τόπου που άφηναν πίσω.


Ο Πατέρας μετατρέπει μανιωδώς παλιές βιντεο-
κασέτες σε νέους δίσκους. Δεν τον αδικώ, ήταν υπέρ
το δέον υλική η μαγνητοταινία.

Η πρώτη των, χρόνος ο πρώτος της ζωής μου 

ο τόπος όπου η μνήμη δεν ανασύρεται 
κι ωστόσα να! εδωδά είμαι 
στην οθόνη. [ένα βατράχι μελανό στου κρεββατιού την άκρη 
Κι ο πατέρας να καταγράφει 
κι η μητέρα να περιεργάζεται
να βεβαιωθεί ότι υπάρχω.]
      Υπήρξα σίγουρα. Τεκμήριο αδιάψευστο η μαγνητοταινία.

Άγκυρα, η καταγραφή, στον ωκεανό του χρόνου, 

σε ακινητοποιεί απένταντι στο ρεύμα (της λήθης)
ή σε τραβά στον πάτο (της λήθης). 
[ορίστε τα πρώτα {μου} βήματα 
μια συνεχής 
με 
τις 
πτώσεις
αναμέτρηση]
forward: Τα τελευταία; Γιατί απ' ότι έχω ακούσει να λέγεται
η βαρύτητα είναι το διαρκές μέτρο του χρόνου.

Δίχως άγκυρα η πλώρη του συνειρμού ταξιδεύει ως τον παππού. 

Αυτός, υπήρξε; ότι δεν καταγράφηκε ποτέ άραγε πράγματι υπήρξε;
pause: Στο χείλος της ζωής του κι είμαστε ομήλικοι
ίδια η αδιαθεσία για ζωή
ίδια η προοδευτική στο όνειρο εγκατάλειψη.
Τον ξεπερνώ!
[μπορώντας να ανατρέχω εκεί που αυτός αδυνατεί.]

Τέχνη του λόγου
rewind: Ότι με μιας μου έδωσες χίλιες το παίρνεις πίσω!

Μιας κι αν ακόμη επιστρέφω στον τόπο αυτόν τον
ψηφιακό ξανά και ξανά 
ποτέ πάλι
δε θα φορέσω [αυτό το πρόσωπο]
της ζωής τ' ανυποψίαστο.
Μιας κι αν όλα τα χω καταγράψει 
αυτό μάλλον δείχνει πως λίγο λιγότερο 
εντρύφησα στην πράξη πως λίγα λιγότερα
απέδωσα στην τότε επιστροφή.

Μα τω θεώ, τέχνη του λόγου, ο γέρος τα θυμάται όλα!
Κι ας μην έχει άλλο δίσκο από το κεφάλι του που 
λίγο λιγο φθίνει. Γιατί απόκαμε πια, ίσως
από το να θυμάται.
Κι εγκαταλείπει αφήγηση και
εαυτόν -κι αυτός- εις τηλεοράσεως οθόνη.
Τώρα που τ'αγγόνια
του τελείωσαν. Κι οι πατέραδες τους
καταγράφουν μανιωδώς σε δίσκους
το ατομικό ασυνείδητο.


Το μέγεθος των σκληρών δίσκων, σήμερα,                             
ίσως μαρτυρεί,αναλογικά, την αδυναμία μας να
παραδεχθούμε πως αυτο-εξόριστοι είμαστε 
του τόπου και της μνήμης



ps. στο επόμενο "ο φακής και τα βαμπίρ(του κυβερνοχώρου;)"
ως ένα εξόδειο άσμα.

Τρίτη 21 Ιουνίου 2011

μνημόσυνο





Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι. 
Πλυνείς με και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. 



Λίγο πριν κοιμηθώ, άλλη μια φορά χωρίς καθόλου όνειρα, 
με σκούντηξε ο Μπλες,
το μαξιλάρι μου. Το 'χω από τότε που θυμάμαι και τι χρώμα
έχει μπορείτε να φανταστείτε όπως
και τις βρωμιές που φέρει και την πλαστικότητα
την τόσο μη εργονομική.
Με σκούντηξε


θα στο πω ξεκάθαρα και μάλλον αντίστροφα από τους
εραστές της γραφής που εκεί μόνο γεννούν
τις ονειρώξεις τους.
ντρέπομαι που δεν
μα δεν έχω τίποτα να γράψω


ούτε για τους γλάρους που κάποτε έκρωξαν
μες στο μπετό το πέταγμά τους
ούτε για το χρόνο
που ερημώνει
περιμένοντας. σ' αυτά τα βάθη,
της ανοχής με αναγνώρισα.
κι ήταν, πιστέψτε με φιλόξενα.
πρώτη φορά 


καθισμένος από μένα τον ίδιο
στο θρόνο που έχτισα χωρίς να βλέπω
είδα τα χέρια μου να πολεμούν με.
τα διαλεγμένα τα σπαρτά και 
τα καμένα σπίτια ή η έρημος
τελειώνει, το μέτρημα, ο γυρισμός, έτσι φαίνεται.
έφεραν πίσω τον πόνο, αδιάσειστο στοιχείο
ή σχεδόν
από τα βράχια τα ψηλά κι απ΄τις βαθιές τις τρύπες
έφεραν, φέραμε, έτσι φαίνεται.


ελέησον με γιατί δεν είδα
όταν ήταν καιρός κι
η τέφρα με πρόλαβε;


έφεραν, φέραμε την μνημοσύνη, περιμένοντας, ε;
κι όμως η λέαινα η σιωπή παίζει διπλό παιχνίδι
μια στο καρτέρι και μια στο κυνήγι
τις μέρες της χαράζοντας στο γραφείο
και στον τοίχο τις ώρες μου.


Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, ακούς;
κι έχω ένα άγχος μήπως μπορέσω και δω
αν έρχεται
και στρέφω συνεχώς πίσω το κεφάλι,
τόσο που πιάστηκα, σαν λέξη ανάμεσα σε κόμματα,


-ο μπλες με σκούντηξε ξεκάθαρα,
πεθαμένο είναι το παιχνίδι.
κι άλλωστε τί είναι απαισιόδοξο παρά
το να κοιτάς κατάματα αυτό που σου
διαφεύγει. μουρμουρίζει το μαξιλάρι
για να κοιμηθώ, έφεραν, φέραμε
τον αγέρα το γλυκό τον 
δίχως όνειρα, ξέχνα
τα ερείπια ξέχνα
αυτά που φαίνονται εκείνα βλέπεις
τελειώνει το μελάνι, τελείωνε
τι έφεραν
τι φέραμε
τι έφερες στο κάτω κάτω παρά το σκεύος,
κενό που μέσα του
βαπτίστηκες
κι άλλος κανείς δεν το'δε. σχεδόν.
ας δουν τουλάχιστον αυτό. ή ας τ' ακούσουν.





κι ο μπλες κοιμήθηκε κι εγώ απόμεινα να τον
κοιτώ 
πριν τον δίχως όνειρα ύπνο. 


Ότι, ει ηθέλησας θυσίαν,έδωκα αν 
                                Ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις.