Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λυρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λυρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Δεκεμβρίου 2017

Cricket - Χειμερινή ώρας ζώνη



Έχει μπει Νοέμβρης κι
ένας μόνος επιζήσας του φθινοπώρου
γρύλος, σαν πέσει η νύχτα, 
γρυλίζει στον ακάλυπτο.

Η φωνή του ίσα που ξεχωρίζει
απ’ το βουητό της λεωφόρου,
τους καμικάζι στα παραδρόμια, 
τις φωνές, στις πόρτες, των γειτόνων

Μπαίνει απ' το αμόνωτο παράθυρο του μπάνιου,
η φωνή του γρύλου.
Διασχίζει διαδρόμους κι ανατριχιάζει έπιπλα,
η φωνή.
Ξεγλιστρά του βόμβου των συσκευών,
που κάθε τι ξένο το συγχρονίζει
Και κάθεται κατάκοπη στ' αφτί μου.

Τι θες; Ποια λαχτάρα σ' έσπρωξε εδώ;
Το παιδί που σ' έχασε, όχι
Aνάγκη ποια; Τα λύτρα
ούτε της σιωπής.
Μήπως ένας
αύγουστος άγρυπνος,
μια υπόσχεση σχεδόν ξεχασμένη,
ένα πρόσωπο που φοβάται να λησμονηθεί;

Δεν μπορώ να πω.
Η φωνή του γρύλου κουράστηκε. Ίσως από τις
μάχες με τις εκπομπές και τα πεσμένα φύλλα.

Κι εξάλλου
τώρα με τις καταιγίδες, σώπασε.

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

ο οδοκαθαριστής






















Στα πάρκα τα περιποιημένα των μητροπόλεων
και στα σοκάκια των καλών συνοικιών
η καθαρότητα του τοπίου θα έπρεπε να εγγράφεται 
στο μητρώο της αντίληψης ως απουσία: 
δεν είναι παρά το ίχνος που αφήνει πίσω της 
μια σάρωση.

Η παραπλάνηση εδώ λειτουργεί δια της αφαιρέσεως.
Γιατί ο οδοκαθαριστής δεν νοείται παρά απών,
ακροβατώντας πάντα στην ανεστραμμένη 
μοίρα του ζητιάνου.
Ο ένας προσπαθεί να σε πείσει ότι υπάρχει
κι έτερος ότι δεν, καθόλου.

Κι οι δυο ματαίως μάλλον
μιας και εν τέλει δεν αποτυπώνονται
παρά μονάχα στην εικόνα του τοπίου, 
σχεδόν σαν στοιχεία αρχιτεκτονικής
όπως οι κυκλαδίτικες γάτες.

Κι έτσι ακόμα κι στους μυημένους 
που την οφθαλμαπάτη υποψιάζονται
το υποκείμενο συνήθως τους διαφεύγει.
Όχι αδίκως, αφού κι ο ίδιος μάλλον αγνοεί πως αυτό που σκουπίζει
δεν είναι παρά η ίδια του η παρουσία.

Εδώ όμως για λίγο θα σταθώ. Γιατί δεν είναι διόλου της τέχνης 
αμελητέο μέγεθος.
Μα εκεί που οι πεζογράφοι αρέσκονται ν' αφηγούνται το πώς
αναμετράται με τις σορούς πτηνών μη ζώντων/
κι οι ποιητές το πώς συλλέγει σωρούς πραγμάτων 
απ'την αγριότητα ανυπεράσπιστων
(πέτρες γραμματόσημα πώματα από φάρμακα 
                         σπασμένα γυαλικά λουλούδια)
εγώ δεν βλέπω παρά τον άνθρωπο, ανήμπορο, με τη σωρεία
να μάχεται, των περισσευμάτων.

Απ' τα φυλλάδια των διαφημιστικών ως τις μισοσβησμένες γόπες
κι από τις σύριγγες ως τα ωχρότατα φύλλα
να εργάζεται ολοένα σαρώνοντας κι ουδέποτε σαρωνόμενος.
Απ' το χάραμα ως το ύστερο βράδυ 
μες στους αγέρηδες που αμφισβητούν την αποκομιδή
και μες στη διαρκή του πλήθους αδιαφορία
φορώντας πάντα και μονάχα της απουσίας το σηματοδότη: 
το φωσφοριζέ γιλέκο των υπαλλήλων του δήμου.

Κι ωστόσο δεν μπορώ, δεν θέλω μάλλον
να αποκλείσω το ενδεχόμενο μιας
εγκαρτέρησης. Την πιθανότητα γυρίζοντας σπίτι
να μην κομίζει μονάχα την υπερφόρτωση
και τον ακοίμιστο πόνο της διαψευσμένης διαλογής. 
Προς τούτο τον φαντάζομαι λιγάκι ως νέο προφήτη 
ενός κάποιου νέου θεού ο οποίος
για να να καταφέρει να είναι πανταχού παρών
κομματιάζεται στο απειροελάχιστο.
Βουτηγμένος σ' αυτήν την πολλαπλότητα ο ήρωας μας
ενδεχομένως να συναντά έναν νέο τρόπο να υπάρχει
εξερευνώντας της ζωής διαρκώς τα απορρίματα.

Σίσσυφειος ο κόπος του, ίσως. 
Για αυτό της πόλης διαβάτη να συλλογίζεσαι 
καθώς περνάς από δρόμους καθαρούς και πλατείες τακτοποιημένες,
την καθημερινότητα μιας ύπαρξης ατυχούς 
που αναλώνεται 
για να μπορέσεις εσύ ασυλλόγιστος να πορεύεσαι, 
που εξοντώνεται 
για να απομακρύνει από το διάβα σου 
κάθε τι το ευτελές.

Κι αν συνδράμει με τον τρόπο του, όπως είπα,
στην παραπλάνηση-Συγχώρεσέ τον! 
Είναι κι αυτό μια 
της εργασίας του
συνθήκη.

Υγ: Οποιαδήποτε με σωρεία αχρήστων πληροφορίων 
ομοιότητα και κάθε είδους σαρώσεων δυσκολίες 
είναι αποτέλεσμα οικτρής παραπλάνησης.

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

Ψυχή

μου που πας;
Γύρνα πίσω!

έτσι αναφώνησε ο κολυμβητής ανοικτής θαλάσσης όταν 
στην ύστατη πνοή είδε τον εαυτό του να προπορεύεται
στην καταβύθιση στην άβυσσο.

Οι λοιποί θαλασσινοί άλλωστε αφηγούνται ακόμα
πως μονάχα μία έχει ευχή 
που κάθε τρεις χεριές
στο κύμα ψιθυρίζει:
"η άβυσσος που κολυμπώ κάμε βυθό να έχει"

Κι ωστόσο κολυμπά!ως να χαθεί απ' τα μάτια του η στεριά-
εξ'άλλου είναι γνωστό, η αγάπη ευδοκιμεί μετά τον θάνατο.

Είναι όμως έτσι; Άλλες μαρτυρίες λένε πως εν τέλει ο 
πόρφυρας δεν ήταν άλλο από την απομάκρυνση της στεριάς
από την πλήρη ας την πούμε έτσι, ενσωμάτωση στο πέλαγο,
εκεί που το μάτι περιγράφεται απ' το πολύ γαλάζιο.

Έχοντας λοιπόν τόσο ταξιδέψει μέσα στο άγνωστο 
και το από πάντα α-φιλόξενο(κάτι σαν τα πρώτα μακροβούτια
στον πλακούντα)παίρνει το μέγα  τρόμο 
τότες που χάνονται οι λαγοί κι ηχούν οι κουκουβάγιες
κι εκείνη σ' όνειρο βαθύ πέφτει κι αναστενάζει

Κολυμπιστή!σαν σε πρώτο όνειρο σε βλέπω
να σχίζεις με χέρι δυνατό που κούραση δεν νιώθει
βάθος δεν είναι αμέτρητο το βάθος του πελάγου
κύμα δεν είναι αψηλό να σε γλυκοκοιμήσει
Μόν' η στεριά είν' μακριά και πήρε να βραδιάζει
κι ας ήσουν συ που έφυγες{...}

Γυμνό κορμί, χέρια βαριά
μάτια που σφάλισαν και χείλη της αρμύρας

Πήρε να βυθίζεται στέρεα και ανέλπιδα.κι ήταν ο 
πόνος του ολάνθιστος.
Μα 'κείνη η ρημάδα η ψυχή πάντα προπορευόταν:

Ψυχή που μου 'φυγες, αν ακούς γύρνα και κοίτα
{μήπως και στήλη άλατος γενώ και ενωθώ μια και καλή...}

                                      ένα τέρας που θέλει να λέγεται
                                      άνθρωπος.

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Ανήμερα την επομένη

Των λόγων τους τόπους άφησα/και τις πύλες του νου/
σκοτεινόοος ανάμεσα στα ψηλά χόρτα/περιεπάτησα πολύ/
γεμάτος πνέμα απ' άχυρο/στις πατημασίες του ύπνου/
κρύβοντας το αίμα στο χιόνι/και στα χέρια στις γραμμές των
σκοπών χαμένων της νιότης. Της παρουσίας. 

\εργάζομαι ώρες και ώρες,μικρές και μεγάλες/

κάποιος θα είχε πει "δασκαλεμμένος κυρίως απ' όνειρο γι' αυτό
τόσο ανίκανος". Δεν έμαθα τίποτα απ' έξω;μπα-
Αχα, μπλεγμένος, Ναι, πολύ.

/κουράζομαι μέρες και νύχτες να ξεχειλώνω αυτά που φτιάχνω κι εσύ
ο έρωτας μου αυτό που
με νίκησε!/ξήλωνε δέρμα μου αδούλευτο
ξήλωνε τρίχωμα μου αχρείαστο.
σιγανά σιγανά στο ικρίωμα των ήχων.

Αγάπη μου 
σ'αυτό που παραδόθηκα νωρίς, ώστε να γίνου ο αόριστος ενεστώς. 
-στις λίμνες της πόλης,βλέπε αντικατοπτρισμοί
-στις λεωφόρους γκρι των ματιών σου, άκουε τιτιβίσματα των εκλειπόντων
Κι όμως γύρω μου όλοι να φλέγονται.κάθετος.
παγόβουνο.     
                  έγραψα-έφταιξα           είχε μιαν κάθετο τομή στο μέτωπο μόνο όταν γελούσε ή/και
τραγουδούσε. αρχοντορεμπέτικα στον κάμπο, νύχτα.
γελούσε συχνά όμως. και φευ τραγουδούσε συχνότερα ώστε η τομή αδύνατον εκτός εποπτείας.
θα μπορούσε να είναι, θα μπορούσα να ήταν δηλαδή, μα έμεινε μονάχα μια τομή
ένα βράδυ πιώμα και μια αργία πρωί.
Τι κρίμα μια τομή!κι εμείς τόσο βυθισμένοι στο εμείς. 
Ποια αφήγηση, ποια εμφύλιος ρήξη;Ακροβατώ στην 
                                         ασυνέχεια 

{μολοταύτα όλα αυτά μου θύμισαν πως το κείμενο δεν είναι παρά μια τομή επιφάνειας
κατ' αρχήν αόρατη, και πως πάντα ο πόνος, οδοκαθαριστής εν κρυπτώ, προηγείται.}

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Άτιτλο

Αργάζοντας πάνω στις όψεις των φύλλων
έτσι όπως πέφτουν ανάμεσα στις πλάκες των δρόμων
που δεν ασφαλστρώθηκαν, με τις λιγοστές γυναίκες
αβέβαιες και τους άντρες θνητούς.

Στο ξύλο στο παγωμένο μέταλλο καθισμένος
τόσο κοντά στην πνοή της, τόσο μακριά από κάθε
άλλη συναλλαγή για να μπορώ ν' ανασύρω
οποτεδήποτε τα πεπραγμένα όλων τους

με βρήκε. Έφερε ένα κομμάτι χαρτί
μια φορά γραμμένο κι όχι δυο.Σταθήκαμε
στα χαλίκια και διάβασα την:
η μνήμη μου η ζωή μου
οι ώρες που δεν υπάρχετε
ο χρόνος μου να ζω
ο χώρος που ερήμην σας μου αφήνετε
ο τόπος μου να ζω
οι ανάσες που δεν αναπνέυσατε
ο τρόπος μου να ζω

Τι να της πω; Κατάλαβα πως λίγο αν την πλησίαζα
θα πέθαινε ακαριαία. 

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

Το υφαντό της απέναντι όχθης

Ποιος είδε μάτια άσπιλα και δέρμα αργασμένο
που στ' άγγιγμά του να ριγά στην ανάσα του να καίει
και πάνω στο θερμαγκάλιασμα να πέφτει να σπαράζει;

Κι αν είδες άντρα να μιλά για το δικό του πάθος
δίχως ντροπή να ξαγρυπνά και να θρηνεί τη μέρα
είν' τούτο π' αγαπά εκείνο που δεν θα χει

Τα μάτια του ενός είναι μισόκλειστα/ορθάνοιχτα του άλλου
κι ο πρώτος άσπρισε ήδη στο άλλο χνούδιασμα.
Τα χείλη, τα δάκτυλα όλα στην πρώτη νιότη
την τόσο ξέγνοιαστη την τόσο αδιάφορη, την αιχμηρή
σαν βέλος που δεν αφήνει να ξεχνάς
πως τούτο το υφαντό είναι στην πέρα όχθη.

Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

-

του Ονόματος έκρουσα επτά/
την όγδοη εμπήκα
   πώς;
μου φάνηκε πως πάλι κανείς.


θα δεις αν θες.
εγώ ανάσκελο τον 
σκώληκα


ψιθυριστός ψιμμύθια 
στο ρυθμό του 'ακόμη
δεν ε/κου/ράσ/θης