προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

sphinxes

ή de arte venandi cum avibus

Παίρνουν με την ανατολή την θέση σου στο τρένο 
κι οργώνουν τους δρόμους
Αιωρούνται τιτιβίζοντας καθημερινά 
τον θόρυβο 
Απαντώντας για σένα σε όσα 
δεν σε αφορούν 
Εκτελώντας στην εντέλεια όλες τις ιεροτελεστίες, 
πρόβες καλά μελετημένες, 
που εντυπώνουν, με τη δύση,
μιαν αεικίνητην παρουσίαν


Κι εσύ 
ο αμίλητος κι αγέλαστος,
το τετραπέρατο τέρας των τεσσάρων στοιχείων
κρατούσες ανέπαφο το μυστικό
πως δεν ζούσες.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Παράξενο που νόμιζα πως 
η ιστορία αυτή τελείωνε
με πνιγμό.

Τώρα που στέκομαι ξανά βλέπω 
τον - μάλλον πρόωρα γερασμένο - 
σημειολόγο 
στην όχθη του ποταμού 
να στέκεται και να κοιτά.

Θολό το νερό καθώς και έτι λιμνάζον,
προσπαθεί της εικόνας να εξηγήσει την ασάφεια
αγωνιώντας για το ανερμήνευτο.

Δεν προσέχει πως το νερό διόλου δε ρυτιδώνει
το απείκασμα
που ίδιο παραμένει
κι ας κύματα ολόκληρα το διατρέχουν

Δεν ξεχνά πως ουδείς μπαίνει 
δις στο αυτό
μα έτσι φύεται
παρόχθιος και στεγνός.

Κι όταν το πρόσωπο του κατατρέξουν
χείμαρροι χρόνου χαμένου
αμίλητος λογίζεται της ροής 
την αδάμαστη συνθήκη.





Θα είχε παραπάνω ένταση σαφώς 
το υγρό του ειδώλου να αντιγύριζε λυγμό
στον κοιταχτή
κι όπως είπα με πνιγμό
να τελείωνε η ιστορία:
το πτώμα, δίχως σφυγμό,
τουμπανιασμένο, στης σήψης το πράσινο 
θα είχε μιαν ιδέα
ερωτισμού (έστω αυτο-):
μιαν Επιφάνεια τον ρούφηξε!
Λοιπόν, θα έλεγαν οι λοιποί σημειολόγοι όντως
στις όχθες του νοήματος επνίγη 
γυρεύοντας με το όμοιο
την άγνωστη ένωση

Μα εσύ, αναγνώστη υποψιασμένε 

θα θυμάσαι του Οβιδίου τις λέξεις καλώς
κι εκεί στην αρχαιολογία του νοήματος
όλα θα τ' ανέσκαπτες: σιγά σιγά
και ανεπαίσθητα σχεδόν
σβήνει ο παλμός
  αιτία θανάτου 
                  μαρασμός.

Έπειτα ασ' τους να ρωτούν αν πέθανε καθώς
την ως τότε συνθήκη του βλέμματος παρέβη
(πως οι άνθρωποι κοιτιόντουσαν στα μάτια μόνο;) 
αν γιατί αντελήφθη τον εαυτό του ως
αντανάκλαση μένοντας αυτός
μια εικόνα παγωμένη

Ένα το βέβαιο της αφήγησης: πως 

στα ερωτικά καλέσματα βουβός 
(κι έτσι διπλή η ηχώ) ανέραστος πέθανε κι άνυδρος
δίπλα στης ζωής την αρτηρία.


Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

ex post & ad finem

Αν κάτι υπάρχει στην πράξη αυτή που να θαυμάζω
είναι, θαρρώ, η ανεξάντλητη σημειολογία της
τόση που να την νιώθω μέσα από 
τα κάθε είδους φίμωτρα να επιτίθεται.

Έτσι, παρά τη βουβαμάρα των εκατέρωθεν παραλογισμών 

ιδανικά μου στρώνει το χαλί της αποφώνησης. 
Και περπατώ:

Μαζί μας στο στούντιο απόψε, η Σιωπή 

όλα τα σκήπτρα φέρουσα, 
τον εκκωφαντικό της απουσίας ήχο στο δεξί
και στο ζερβό το Λόγο, τριπλομαγεμένο.

Κι αν θέλετε επεξήγηση, ex post, τελεστικά, 

αυτοπροσώπως ελάλησε ο Αρχιερέας της Εξόδου 
παραθέτοντας μάλιστα τον Όργουελ: (2:46+) 
Οι λέξεις είχαν πάρει, να το ξέρετε, 
το νόημα τ' ακριβώς τ' αντίθετο τους.
Και μες στην Σιωπή μεμιάς τις αναβαπτίζει
(από τόπο άλλον βέβαια-να μην είναι μιαρός
ώστε όταν στο εξής ποιότητα ακούτε 
να εννοείτε ακριβώς, θέαμα!

Μα να μην ξεχάσουμε και το Σκοτάδι 

που μαζί μας στα πλατώ εβρέθη
(όχι το πηχτό, μην μου τρομάζετε, 
το άλλο το τρομαχτικά κενό)
-χωρίς χιόνια πια μιας και 
                   τα ψηφιακά μας έκαψαν τα χρόνια.

Ικανό να αποτυπώνει αυτό ακριβώς που είναι
έτσι που και με κλειστά τα μάτια να το εμπιστεύεστε.
Φέρει, επί πλέον, του αναβαπτίσματος το χρίσμα: 
εικονικό κενό μα συνάμα και κενό εικόνας. Επιτέλους! 
Απ' όπου και να το κοιτάξεις φαίνεται, πια, το ίδιο.

Σ' αυτήν την απόλυτη, της Εξόδου, διαφάνεια
η απουσία ήχου ανεμπόδιστη διατρέχει την ολική έλλειψη εικόνας.


Και έπειτα, εκεί που υπομονετικά καρτερείς
ο Εκφωνητής/Παρουσιαστής να εμφανιστεί 
εκπληρώνοντας την Έξοδο, να ακουστεί
ομολογώντας-ως είθισται τελευταίος-το όνομά του, 
να μάθεις ποιον άκουγες, ποιανού βρε αδερφέ η γλώσσα
χωνόταν μες στ' αυτιά σου και ποιον έβλεπες,
ποιανού-τελοσπάντων-η εικόνα κατέκλυζε τα μάτια σου: 
το σήμα κόβεται κι επιστροφή δεν έχεις.(γαμώτο!)

Έπεσε μήπως το φως για ποτές του δεν ήτανε καθρέφτης;
Έβλεπα άραγε εμένα ή τον άλλον
ή μήπως, χειρότερα, τα χω τελείως χάσει 
κι άκουγα μέσα μου τόσον καιρό κάποιον να μου μιλά
και σ' όραμα μονάχα όλο το σκηνικό μου εμφανίσθη;

Στο κρίσιμο σημείο της σημειολογίας
σκοτάδι και σιωπή, σμικρυμένα, παντρεύονται,
πιάνουν ταχύτητες φωτός, δηλαδή εκσυγχρονίζονται
και γίνονται αιφνιδίως, Σφίγγα: 
                               Αδιαφανές πεδίο, μαύρη τρύπα. 





Από ένα άλλο σημείο, μη προσβάσιμο πια, 
(τον τρίτο της Σφίγγας όρο)
ακούς ήχους τελείως ακαθόριστους, 
φύλλων ίσως τσακίσματα, 
ελάχιστες μάλλον εκπνοές.
Και βλέπεις να διαγράφεται θολή 
ενός κάτι η φιγούρα.

Κι είναι πια πολύ αργά (άλλος θα έλεγε πολύ νωρίς;)
για να αναγνωρίσεις αυτά και σένα.
Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια
της εξόδειας λειτουργίας, στην Α[γορά] 
προσφέρθηκαν θυσία.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Τσιφ στα 20 hz

5am και
τσύφι τσύφι τσιφ
κοτσυφάκο μες στις σκονισμένες φυλλωσιές αόρατο,
σιμά στα 20hz, σε νιώθω να προϋπαντείς τη μέρα.

Σε νιώθω ναι, μα δεν σ' ακούω 
γιατί μια τέτοια χαραυγή
κοτσύφι ποιητάκο,
που κάποτε οι άνθρωποι ίσως τεντωνόντουσαν
για ν' ακούσουν τον ήλιο να θρύβεται 
τώρα κάνει τόσο θόρυβο που χάνονται 
κι οι εκρήξεις ακόμη του σύμπαντος.

Κι είσαι εσύ που μόνος ξέμεινες
ανάμεσα στους κήπους των περιχώρων
και δεν είσαι παρά ο ψίθυρος 
ενώ-όλοι-ακόμη-κοιμούνται.
(Ναι, τα κοτσύφια σ' αφήνουν να κοιμηθείς
πλέκοντας το υφαντό της μέρας που περιμένει εσένα να ξυπνήσεις)

Κι αν της αστικής πανίδας σχεδόν ανήκεις
δεν είσαι σαν τα ρυπαρά περιστέρια
-γνωστά πια και ως πτερωτοί μύες αστικοί-
ούτε σαν τις ψωροπερήφανες δεκαο-
χτούρες με τα δαχτυλίδια χωμένα στο λαιμό.

Τσύφι τσύφι τσιφ 
να μην το πάρεις πάνω σου!
Πίσω απ' τους σιδηρούς φράχτες που στέκεσαι
και υποτονθορύζεις, (εκ του θορ-θορ)
μην λησμονείς πως απ' την όποια ομορφιά 
μόνο θάρρος παίρνουν οι γενναίοι και προχωρούν
-τίποτε άλλο-.
Κοίτα λοιπόν κότσυφα,
μην ξεχαστείς μες στις τριανταφυλλιές 
και τ' αγκάθια κι άλλο
πυκνώσουν.

Αφού είσαι-και δίχως να το ξέρεις- 
ό,τι απέμεινε απ' τον 
δεκαπεντα-
σύλλαβο
ό,τι από την σιωπή
διεσώθη
πρέπει στις στράτες να βρεθείς στις στέγες να πετάξεις
στην άσφαλτο να σκορπιστείς (ή ίσως να μην πρέπει καθόλου)

Ή ίσως ό
πως τα ξαδέρφια σου στεκόντουσαν παλιά
να κλάψουνε τα παλληκάρια
-την είδηση φέρνοντας και την παρηγοριά μαζί-
έτσι και συ να μείνεις πρέπει σ'αυτόν τον κόσμο που 
μόλις κρατιέται απ' την παρουσία
ξεχασμένος ανάμεσα
σε συνθήματα τοίχων από μπετό κι από bit,
σε στενωπούς απορριμάτων
κι αυτήν την αβάσταχτη επανάληψη του οκταώρου.
Να μείνεις εδώ, πάντα σιμά στα 20 hz
ώστε, προνομιούχος της σιγής,
τον θάνατο να συλλαβίζεις.

Κι αν πάλι δεν: 
τότε μέλαν σώμα  

σαν σε σφάξω και σε φάω
θα 'ναι σαν τον θάνατο όλον να έχω καταπιεί.
Τότε σχεδόν-πορφυρό ράμφος
σαν ραμφίσεις ως εξορύξεως τους οφθαλμούς μου 
θα 'ναι σαν από έρωτα να έχω τυφλωθεί.

Ακόμη κι έτσι ξέρω να πω
καθώς καθ
μερινά στο δρόμο βρίσκω
πτηνά ισοπεδωμένα απ' την απροσεξία
πως αυτό που 
τελευταίο επιβιώνει από τη σήψη
το πτήνωμα είναι.



Καλό δρόμο κι αντάμωση αλλού.


Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Ελάφια στην Πάρνηθα

Εχθές το βράδυ καθώς εφ-
ημερίδων αποκόμματα επιμελώς αποδελτίωνα
έπεσα πάνω σε τρεις ειδήσεις περί την έλαφο
που λησμονώ ποιου λογισμού ο συνδετήρ
τις είχε συνενώσει.

Γεγονότες όλες στο όρος Πάρνηθα

αυτήν την εξορία της φύσης 
από το άστυ το πλέον ανοικτό
στην καταπάτηση.















Η πρώτη αναφερόταν στις φωτιές
που καψάλισαν ζώντα έτι τα ελάφια. 
Κοίτα να δεις, λέγω, πως εκδικείται η φύση
τη λογική της διαχείρησης.
Αφού κατέστη Δρυμός και μάλιστα
Εθνικός, η παράδοση στις φλόγες
ήταν ο ελάχιστος δυνατός ο-
δυρμός, μια στην κυριαρχία του πολίτη
ζωοθυσία.

Η δεύτερη για αγέλες σκύλων μίλαγε
που κυνηγούν τα ελάφια νεαρά. 
Κι εδώ άκου την, την εκτροπή 
πως την επιβίωση περιφέρει. 
Υπερπληθή τα ελάφια (αφού πια είδος προς
προστασία) γίνονται τώρα των κάποτε λύκων
η βορά κι η φύση την ισορροπία 
αναβιώνει. Μα είναι πια μια ισορροπία νεκρική:
Οι κάποτε υπηρέτες κυν-
ηγούν την προστασία της άγριας ζωής
αυτών που τους εγκατέλειψαν.

Η τρίτη μαρτυρούσε ενός ελαφιού την σύγκρουση
με ποδηλάτη κατηφορίζοντα του όρους την φιδωτή ά-
σφαλτο, γοργά κι ανυποψίαστα.
Κι ανεφώνησα: Επί τέλους 
η αθωότητα κερασφόρα
-έστω κι ακουσίως-
αντεπιτίθεται!

Μα ήταν μια της σημειολογίας μου πλάνη.
Γιατί στο λέω όπως πια το νιώθω:
στα μάτια σου την βλέπω
την πιστότητα την αφελή, του σκύλου υποταγή,
και του ελαφιού-πιο σπάνια-τον τρόμο, 
της ασφάλειας την πλήθυνση.

Μα αυτό που λείπει και το τρέμω
όπως ριγάς μες στη βαθιά επιθυμία,
εξόριστο κι άφαντο στη ράχη απά της Πίνδου
(το ελάχιστο καταφύγιο που την Κάθοδο 
ως τις ακτές πια αδυνατεί)
είναι η άγρια η τρυφερότητα
των λύκων η κοινωνία,
η τρομώδης.


υγ: Ο  σημερινός κυν-ισμός δεν είναι άραγε μια νεκρική αναπαράσταση της αγριότητας;


Looking at five white Arctic wolves
at a km distance
(white dots, not visible),
circling the camp
for a few days.

(photo:J.Brandenbug)

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Του ορίζοντα ο φόνος















α.
Ήταν το έτος χίλια τετρακόσια ενενήντα δυο
που ο Χριστόφορος Κολόμβος με πλοία τρία
(το ένα το λέγαν Σάντα Μαρία)
από ένα λάθος υπολογισμό, μιαν αστοχία
ένα νησί στον ορίζοντα ξεκρίνει
που οι ντόπιοι το λέγαν Guanahani.
Και ίδια τρίαινα τα τρία πλοία
στου ορίζοντα το σώμα ο Χριστό-
φορος τα μπήγει και τον φονεύει.


Κι είναι το έτος το αυτό που φίλησε ο Boabdil
του βασιλιά τα χέρια. Κι εσήμανε της Reconquista τέλος.
Περιέργο δεν ήταν που ο Χριστόφορος 
ήταν και σ' αυτό παρών, πρόσωπο ένα πράξεις δυο:
φόνος κι υποταγή. Των conquistadores η εποχή.
Και ωσάν τι έπεται να ξέρει, πριν χαθεί
στων βουνών τα περάσματα ο Boabdil
γύρισε, κοίταξε τη Γρανάδα κι αναστέναξε.

Καλπάζει από τότε η Ανθρωπότητα ασταμάτητα
κι εμείς-σχεδόν αδιάφορα-ρίχνουμε τα κορμιά μας
για να περάσει από πάνω.



















β.
Είναι το έτος χίλια τετρακόσια ενενήντα δυο
που εύλογα λογίζεται της Αναγέννησης των Ισπανών η απαρχή.
Κι είναι αλήθεια αιών χρυσούς: 
Χρυσοφόρα του Κορτές τα δόλια άλογα 
κι ο Ελ Γκρέκο με τον Οργκάθ να διαπρέπει
και με τον Κιχώτη του ο Θερβάντες
(λες του Ορίζοντα το σώμα πως ο ίδιος ο Οργκάθ σημαίνει
και πως την απουσία Του αντιμάχεται ο Δον;)

Μα θα της έπρεπε κάλλιο όνομα άλλο
όπως ας πούμε Μεταθάνατος ή Νεκροζώντανη
αφού ακήδευτος έτι ο νεκρός τελεί
στ' αμπάρια της Σάντα Μαρία ή αλλού
τόσο που να χει το σώμα του βλαστήσει
κάθε λογής -ισμούς και καλπασμούς
για να χουν οι αιώνες να θρέφονται.

Τον έψαξε, ναι, τάχα ανυποψίαστη η Ανθρωπότητα.
Άνθρωποι στάλθηκαν και σε βυθούς, και σε κορυφές 
και στο φεγγάρι ακόμη. Μα πουθενά. 
Σαν απ' τη λευκή τη φάλαινα, τον Moby Dick, 
(το φάντασμα άραγε του ορίζοντα;)
όλοι τους να φαγωθήκαν.



















γ.
Έτσι οι έρευνες απέβησαν εις μάτην.
Ύστατο εγχείρημα (και λίγο σαν αστείο)
ετούτος ο ιστός εδώ (και όχι πια ιστίο)
ένας ορίζοντας νέος, από παντού ανοιχτός
είναι άραγε νεκρός ή μήπως 
ζει ακόμη απλά αλλιώς
βρυκόλακας ή αδελφός;
Είναι καιρός το πέπλο αυτό κάποιος να το σηκώσει
και να κοιτάξει το πρόσωπο το ακήδευτο
και κατάματα του βλέμματος την απουσία. 

Μα μήπως κι εγώ, στ' ακρακάγκελο γερμένος 
το βλέμμα μου τη Σαλαμίνα ν' ατενίζει που αργοδύει
(καταπώς σε ιστιοφόρο που σε νησί σιμώνει)
μιλώντας σου για ταξίδια που ξέρουμε πως δεν θα γίνουν
μήπως κι εγώ τον ορίζοντα
δεν τον φονεύω;



υγ: εδώ η προσπάθεια του Μάρκες να αφηγηθεί
πως ο νεκρός επιστρέφει για να σου μάθει
πως να ζεις. Μήνυμα από την θάλασσα.

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2013

Το παιδί και το βαμβάκι
















Ας φανταστούμε ένα παιδί
(άλλοι λαοί δεν νοούν
την παιδικότητα παρά 
έμφυλη, 
εμείς ας απολαύσουμε την ουδετερότητα)
με μαύρα μαλλιά και ζωηρό πρόσωπο
σ'ένα χωριό ελάχιστο στην μέση εκεί του κάμπου
παρθένο ακόμα από των μέσων
αναπαραγωγής τις επεμβάσεις.

Με μια κοινότητα τριγύρω του που ζει
από και μόνο για την καλλιέργεια βαμβακιού
τόσο που να σας φαντάζει λογικό το παιδί
να 'χει βάλει της σύντομης ζωής σκοπό
ν' ανακαλύψει το πιο λευκό τ' ανάμεσο τους.
(με τη μύχια πίστη πως θα 'ναι σαν να κρατά τον 
καλύτερο δυνατό αδερφό του σύννεφου,
κι έτσι με την ύλη της αιώρησης στα χέρια
θα γίνει κι αυτός μικρός ταξιδευτής του ουρανού.)

Πριν τη συγκομιδή λοιπόν, στα μέσα του Σεπτέμβρη ακριβώς
όταν ο καρπός ανοίγει και φουσκώνει, εξαντλεί
τα καημένα τ' απογεύματα του ψάχνοντας στα χωράφια
για εκείνον τον καρπό που θα έχει την λευκότητα του χιονιού
τόση που να μπορεί όλον τον ήλιο να τον διώχνει
κι αυτόν ακόμα που το κοιτά να τον τυφλώνει.
(ξεχνόντας πως η υφή του βάμβακος θυμίζει μάλλον 
νεαρό αρνί παρά κρυστάλλους ύδατος
καθιστώντας την αντανάκλαση ιδιαιτέρως περίπλοκη)

Αναζητά τσαλαβουτώντας στα ρυάκια,
κρυβόμενος απ' τα τσοπανόσκυλα
(μα κυρίως από τη μάνα του η οποία 
ως κέρβερος χρονομετρά τις απουσίες του.)
Εκεί στα μέσα του Σεπτέμβρη ακριβώς κι ενώ
το χωρίον όλο κρατά την αναπνοή του βλέποντας
τα σύννεφα του φθινοπώρου να ζυγώνουν
(τι περίεργο τα βαμβάκια-παρότι τ' αγαπούν το νερό-
να καταστρέφονται από τις βροχές των αδερφών τους)
Το παιδί αγωνιά γνωρίζοντας πως αν τώρα δεν το βρει
θα πρέπει έναν ολόκληρο χρόνο να περιμένει.
Έναν ολόκληρο χρόνο!

Εισδύει με θάρρος σ'ένα από τ' απόμακρα μέρη
πίσω απ' το ποτάμι, πίσω από τις συστάδες με τις λεύκες,
υπόλευκες που πλημμυρίζουν τα σοκάκια με τα χνούδια τους.
Κι ανατριχιάζει -μια στιγμή μονάχα-
σκεπτόμενο την μοναξιά που
θα πρέπει να νιώθουν τα βαμβάκια
ολόγιομα ανοιχτά κι αφράτα σαν αρνάκια
την κατάμαυρη νύχτα πριν το θερισμό.



Τα σύννεφα μαζεύονται τώρα και σκιάζουν το χώμα
ολόκληρη η γη αναρριγά στην προοπτική της βροχής,
ο ήλιος κρύβει για τα καλά τα μάτια του
κι οι λεύκες θαμπώνουν στον ορίζοντα.
Κι είναι ν' απορείς που μέσα σ' αυτήν την σκοτεινιά
σ' αυτήν την απουσία του φωτός
που διόλου το λευκό δεν ευνοεί
κόβει έναν καρπό με εκείνη τη βεβαιότητα
του νικητή, ένα μεγάλο αυτοκρατορικό βαμβάκι
ένα ανάμεσα σε όλα.
Και σφίγγοντάς το στα δάχτυλα
γυρνά πίσω με βάρος φορτίου
καθόλου πτηνός και
καθόλα κουρασμένος.

Τόση ήταν η κούραση
μετά από τόση μάχη και τόση αγωνία
που δεν πρέπει να μας φανεί παράλογο
πως κι η μάνα του ακόμα να το ανα-
γνωρίσει δυσκολεύτηκε.
Ιδίως αν σκεφτεί κανείς
πως τα μαλλιά του ήταν
όταν στο σπίτι, βράδυ πια, εισήλθε
(εκείνα τα κατάμαυρα μαλλιά!)
το μεγαλύτερο και πιο λευκό βαμβάκι
και το χλωμό του πρόσωπο
(εκείνο το πρόσωπο το ζωηρότατο!)
του πιο μακρινού σύννεφου
η αντανάκλαση.


Τάδε έφη Φακής ένα βράδυ που το σπίτι
το πολιορκούσαν τα τριζόνια
κι από τότε σιωπά σαν να μου λέει 
πως δεν μπορεί να ζει σ' ένα κόσμο 
που τα ουδέτερα
βασανιστικά διώκονται και 
απροκάλυπτα παραμορφώνονται.