Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εικόνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Το παιδί και το βαμβάκι
















Ας φανταστούμε ένα παιδί
(άλλοι λαοί δεν νοούν
την παιδικότητα παρά 
έμφυλη, 
εμείς ας απολαύσουμε την ουδετερότητα)
με μαύρα μαλλιά και ζωηρό πρόσωπο
σ'ένα χωριό ελάχιστο στην μέση εκεί του κάμπου
παρθένο ακόμα από των μέσων
αναπαραγωγής τις επεμβάσεις.

Με μια κοινότητα τριγύρω του που ζει
από και μόνο για την καλλιέργεια βαμβακιού
τόσο που να σας φαντάζει λογικό το παιδί
να 'χει βάλει της σύντομης ζωής σκοπό
ν' ανακαλύψει το πιο λευκό τ' ανάμεσο τους.
(με τη μύχια πίστη πως θα 'ναι σαν να κρατά τον 
καλύτερο δυνατό αδερφό του σύννεφου,
κι έτσι με την ύλη της αιώρησης στα χέρια
θα γίνει κι αυτός μικρός ταξιδευτής του ουρανού.)

Πριν τη συγκομιδή λοιπόν, στα μέσα του Σεπτέμβρη ακριβώς
όταν ο καρπός ανοίγει και φουσκώνει, εξαντλεί
τα καημένα τ' απογεύματα του ψάχνοντας στα χωράφια
για εκείνον τον καρπό που θα έχει την λευκότητα του χιονιού
τόση που να μπορεί όλον τον ήλιο να τον διώχνει
κι αυτόν ακόμα που το κοιτά να τον τυφλώνει.
(ξεχνόντας πως η υφή του βάμβακος θυμίζει μάλλον 
νεαρό αρνί παρά κρυστάλλους ύδατος
καθιστώντας την αντανάκλαση ιδιαιτέρως περίπλοκη)

Αναζητά τσαλαβουτώντας στα ρυάκια,
κρυβόμενος απ' τα τσοπανόσκυλα
(μα κυρίως από τη μάνα του η οποία 
ως κέρβερος χρονομετρά τις απουσίες του.)
Εκεί στα μέσα του Σεπτέμβρη ακριβώς κι ενώ
το χωρίον όλο κρατά την αναπνοή του βλέποντας
τα σύννεφα του φθινοπώρου να ζυγώνουν
(τι περίεργο τα βαμβάκια-παρότι τ' αγαπούν το νερό-
να καταστρέφονται από τις βροχές των αδερφών τους)
Το παιδί αγωνιά γνωρίζοντας πως αν τώρα δεν το βρει
θα πρέπει έναν ολόκληρο χρόνο να περιμένει.
Έναν ολόκληρο χρόνο!

Εισδύει με θάρρος σ'ένα από τ' απόμακρα μέρη
πίσω απ' το ποτάμι, πίσω από τις συστάδες με τις λεύκες,
υπόλευκες που πλημμυρίζουν τα σοκάκια με τα χνούδια τους.
Κι ανατριχιάζει -μια στιγμή μονάχα-
σκεπτόμενο την μοναξιά που
θα πρέπει να νιώθουν τα βαμβάκια
ολόγιομα ανοιχτά κι αφράτα σαν αρνάκια
την κατάμαυρη νύχτα πριν το θερισμό.



Τα σύννεφα μαζεύονται τώρα και σκιάζουν το χώμα
ολόκληρη η γη αναρριγά στην προοπτική της βροχής,
ο ήλιος κρύβει για τα καλά τα μάτια του
κι οι λεύκες θαμπώνουν στον ορίζοντα.
Κι είναι ν' απορείς που μέσα σ' αυτήν την σκοτεινιά
σ' αυτήν την απουσία του φωτός
που διόλου το λευκό δεν ευνοεί
κόβει έναν καρπό με εκείνη τη βεβαιότητα
του νικητή, ένα μεγάλο αυτοκρατορικό βαμβάκι
ένα ανάμεσα σε όλα.
Και σφίγγοντάς το στα δάχτυλα
γυρνά πίσω με βάρος φορτίου
καθόλου πτηνός και
καθόλα κουρασμένος.

Τόση ήταν η κούραση
μετά από τόση μάχη και τόση αγωνία
που δεν πρέπει να μας φανεί παράλογο
πως κι η μάνα του ακόμα να το ανα-
γνωρίσει δυσκολεύτηκε.
Ιδίως αν σκεφτεί κανείς
πως τα μαλλιά του ήταν
όταν στο σπίτι, βράδυ πια, εισήλθε
(εκείνα τα κατάμαυρα μαλλιά!)
το μεγαλύτερο και πιο λευκό βαμβάκι
και το χλωμό του πρόσωπο
(εκείνο το πρόσωπο το ζωηρότατο!)
του πιο μακρινού σύννεφου
η αντανάκλαση.


Τάδε έφη Φακής ένα βράδυ που το σπίτι
το πολιορκούσαν τα τριζόνια
κι από τότε σιωπά σαν να μου λέει 
πως δεν μπορεί να ζει σ' ένα κόσμο 
που τα ουδέτερα
βασανιστικά διώκονται και 
απροκάλυπτα παραμορφώνονται.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

εικ-ών

Μην κάνεις το λάθος να πιστέψεις πώς είναι 
προνόμιο θλιβερό της εποχής μας.
Συμμερίζομαι την ανάγκη σου για ανακούφιση 
μα προτού ασυλλόγιστα εικονομαχήσεις
Σκέψου πρώτα τους Χάρτες 
ήδη από τον imago mundis πόσο μάλλον οι cartes militaires
του Ναπολέοντα, ετούτα τα ιδιοφυή σχεδιαγράμματα θανάτου. 
Σκέψου τα επιγράμματα στις ταφόπλακες και τ' αγάλματα: 
Ομοιώματα μορφών που δεν είναι πια εδώ.
Τα Βιβλία, νεκρών ή μη, ειδικά τα τυπωμένα,
οι ζωγραφιές από την Αλταμίρα (πρώτα εικόνα εποίησε κ έπειτα γραφήν)
ως του Caravaggio τις σκιές, το chiaroscuro.




Να! κι η Μέδουσα που τους άλλους πέτρωνε κι ο Νάρκισσος τον εαυτό του.








Ο τρόπος που ο Θαλής μέτρησε την πυραμίδα,
κι αυτή η ίδια η Πυραμίδα κι η Σκιά (της). 
Και μιας και την αναφέραμε μαζί στο σάκο και το σκοτάδι,
κι η προοπτική (του, και ειδικά μέσα σε αυτό).
Μα και το αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός στην προσωπική οπτική, 
πάντοτε σχετική εκείνη 
μα και εκείνο εξ'ίσου.
Τα μάτια σου και τα δικά μου, αμετανόητοι, και τα τέσσερα, εγκληματίες.
Η θέα
ειδικά από τα ψηλά.
Γιατί όσο είναι συμμέτοχος ο θεός των ιουδαίων, 
άλλο τόσο κι ο ήλιος με οι αχ!τίδες του.
Κι ο ουρανός αυτοπροσώπως, ή αυτό που λέμε ουρανό, 
η ομίχλη του και το ελάχιστό του σύννεφο 
που κάποτε τον κατοίκησε.
Ο χρόνος 
ελέω ή όχι βαρύτητας,
με τις φάσεις της κι η σελήνη
κι ο έρωτας με τις δικές του
η σιωπή,  μήτρα κάθε παρεξήγησης.
Και πίσω από κάθε σκάλισμα στον σωρό της ιστορίας
Η γλώσσα που είναι
τα σκαλίσματα όλα μα και το σκαλιστήρι το ίδιο: 
Εκείνη
Η πέτρα που προκαλεί την κατολίσθηση
η ίδια μια χιονοστιβάδα αποξένωσης-οικίσματα από
τραπουλόχαρτα (η ίδια η τράπουλα!)
τόσο στέρεα γιατί πια και τα ίδια τα πράγματα
εικόνα απρόσιτη είναι του εαυτού τους. 
Η Οθόνη η κακομοίρα δεν είναι παρά μόνο η εταίρα 
(κακοπληρωμένη μάλιστα)
-μα τω Θεώ όχι βασίλισσα-του σήμερα,
η Λουκρητία που σημαίνει τη μετάβαση
στη έκπτωτη δημοκρατία του άυλου. 

Κι όμως
είναι (θαρρώ) απλή 
στη σύλληψή της
η πράξη της reconquista, απλή τόσο
που καταλήγει να είναι η πιο σύνθετη.
Είναι απλό να γκρεμίσεις το εποικοδόμημα
όσο να ρίξεις φυσώντας τον τραπουλόπυργο.
Ν' αρνηθείς την συνθηκολόγηση με το imperium
των Εικόνων έργω
Ωσότου
Μέσα απ'της σημασίας τις περικοκλάδες,
ν' αναδύθει ρόδο 
που μαραίνεται.
Γιατί αν η δόμηση όλο και περισσότερο
αδύνατη φαντάζει είναι
γιατί αρνούμαστε ήδη από καιρό τη συνθήκη
της φθορά της: το πένθος της.
Μα είναι, το πένθος, μοναχά μια πράξη αγάπης,*
κι όπως ήδη ειπώθηκε
...αν υπάρχει κάποιο σφάλμα, είναι αυτό:
Να μην πλουτίζεις την ελεύθερη αγάπη 
με του αγαπημένου την ελευθερία, όλη όση κρύβει μέσα του.
Αν αγαπάς, ας τον να φύγει, φύγε! 
Αυτό πρέπει να μάθουμε.
Να κρατιόμαστε, το ξέρουμε από κούνια.
 
Και αυτό να διαβαστεί πρέπει ως εξής:
....αν υπάρχει κάποιος δρόμος για τον
επαναπατρισμό στην ύπαρξη,
για το νόστο στην ελεύθερη από δεσμά ζωή, 
αυτός περνά μέσα απ' το 
να την πλουτίσεις με την ίδια της την ελευθερία 
να χαθεί ολότελα.
Για να την ζήσεις ασ' την να φύγει
όπως ακριβώς ήρθε,απρόσκλητη, 
μα αγαπώντας την, πενθώντας την.
Να κρατιόμαστε μες στις εικόνες της
το ξέρουμε απ' την προϊστορία. 

Γιατί ο παράδεισος(όπου βλέπε την απωλεσθείσα ελευθερία)
που πρέπει κάποτε να επανακατοικηθεί
(μιας και το θυμήθηκα! ο αποικισμός είναι 
η αιχμή του δόρατος Της Εικονικότητας
και ο εποικισμός εξ'ίσου)
κι η Βαβυλώνα (όπου διάκριση σημείου και σημαινόμενου αναιρείται και ζουν αγαπημένα)
που πρέπει κάθε μικρή ζωή απ' την αρχή
να ξαναχτίσει και να κοσμήσει
είναι τόσο κουραστικά να γίνουν
στις μέρες του ιλίγγου-
δεν είναι εύκολο. 

Ρώτα έναν αρχιτέκτονα
κι έναν οδηγό μπουλντόζας ρώτα.
Όσο για μένα, μάρτυράς μου ο Θεός, την έβδομη μέρα 
που
επί τέλους
ξεκουράστηκε.



*μην πιστέψεις ούτε αυτούς που θα σου πουν πως η πράξη 
αγαπά τόσο το αντικείμενο όσο τον ίδιο τον εαυτό της
κι έτσι εγκλωβισμένη σε μια παλινδρόμηση
φυλακίζεται κι εκείνη αιώνια στο δεσμωτήριο
της εικόνας της.