προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Παράξενο που νόμιζα πως 
η ιστορία αυτή τελείωνε
με πνιγμό.

Τώρα που στέκομαι ξανά βλέπω 
τον - μάλλον πρόωρα γερασμένο - 
σημειολόγο 
στην όχθη του ποταμού 
να στέκεται και να κοιτά.

Θολό το νερό καθώς και έτι λιμνάζον,
προσπαθεί της εικόνας να εξηγήσει την ασάφεια
αγωνιώντας για το ανερμήνευτο.

Δεν προσέχει πως το νερό διόλου δε ρυτιδώνει
το απείκασμα
που ίδιο παραμένει
κι ας κύματα ολόκληρα το διατρέχουν

Δεν ξεχνά πως ουδείς μπαίνει 
δις στο αυτό
μα έτσι φύεται
παρόχθιος και στεγνός.

Κι όταν το πρόσωπο του κατατρέξουν
χείμαρροι χρόνου χαμένου
αμίλητος λογίζεται της ροής 
την αδάμαστη συνθήκη.





Θα είχε παραπάνω ένταση σαφώς 
το υγρό του ειδώλου να αντιγύριζε λυγμό
στον κοιταχτή
κι όπως είπα με πνιγμό
να τελείωνε η ιστορία:
το πτώμα, δίχως σφυγμό,
τουμπανιασμένο, στης σήψης το πράσινο 
θα είχε μιαν ιδέα
ερωτισμού (έστω αυτο-):
μιαν Επιφάνεια τον ρούφηξε!
Λοιπόν, θα έλεγαν οι λοιποί σημειολόγοι όντως
στις όχθες του νοήματος επνίγη 
γυρεύοντας με το όμοιο
την άγνωστη ένωση

Μα εσύ, αναγνώστη υποψιασμένε 

θα θυμάσαι του Οβιδίου τις λέξεις καλώς
κι εκεί στην αρχαιολογία του νοήματος
όλα θα τ' ανέσκαπτες: σιγά σιγά
και ανεπαίσθητα σχεδόν
σβήνει ο παλμός
  αιτία θανάτου 
                  μαρασμός.

Έπειτα ασ' τους να ρωτούν αν πέθανε καθώς
την ως τότε συνθήκη του βλέμματος παρέβη
(πως οι άνθρωποι κοιτιόντουσαν στα μάτια μόνο;) 
αν γιατί αντελήφθη τον εαυτό του ως
αντανάκλαση μένοντας αυτός
μια εικόνα παγωμένη

Ένα το βέβαιο της αφήγησης: πως 

στα ερωτικά καλέσματα βουβός 
(κι έτσι διπλή η ηχώ) ανέραστος πέθανε κι άνυδρος
δίπλα στης ζωής την αρτηρία.