προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

Ψυχή

μου που πας;
Γύρνα πίσω!

έτσι αναφώνησε ο κολυμβητής ανοικτής θαλάσσης όταν 
στην ύστατη πνοή είδε τον εαυτό του να προπορεύεται
στην καταβύθιση στην άβυσσο.

Οι λοιποί θαλασσινοί άλλωστε αφηγούνται ακόμα
πως μονάχα μία έχει ευχή 
που κάθε τρεις χεριές
στο κύμα ψιθυρίζει:
"η άβυσσος που κολυμπώ κάμε βυθό να έχει"

Κι ωστόσο κολυμπά!ως να χαθεί απ' τα μάτια του η στεριά-
εξ'άλλου είναι γνωστό, η αγάπη ευδοκιμεί μετά τον θάνατο.

Είναι όμως έτσι; Άλλες μαρτυρίες λένε πως εν τέλει ο 
πόρφυρας δεν ήταν άλλο από την απομάκρυνση της στεριάς
από την πλήρη ας την πούμε έτσι, ενσωμάτωση στο πέλαγο,
εκεί που το μάτι περιγράφεται απ' το πολύ γαλάζιο.

Έχοντας λοιπόν τόσο ταξιδέψει μέσα στο άγνωστο 
και το από πάντα α-φιλόξενο(κάτι σαν τα πρώτα μακροβούτια
στον πλακούντα)παίρνει το μέγα  τρόμο 
τότες που χάνονται οι λαγοί κι ηχούν οι κουκουβάγιες
κι εκείνη σ' όνειρο βαθύ πέφτει κι αναστενάζει

Κολυμπιστή!σαν σε πρώτο όνειρο σε βλέπω
να σχίζεις με χέρι δυνατό που κούραση δεν νιώθει
βάθος δεν είναι αμέτρητο το βάθος του πελάγου
κύμα δεν είναι αψηλό να σε γλυκοκοιμήσει
Μόν' η στεριά είν' μακριά και πήρε να βραδιάζει
κι ας ήσουν συ που έφυγες{...}

Γυμνό κορμί, χέρια βαριά
μάτια που σφάλισαν και χείλη της αρμύρας

Πήρε να βυθίζεται στέρεα και ανέλπιδα.κι ήταν ο 
πόνος του ολάνθιστος.
Μα 'κείνη η ρημάδα η ψυχή πάντα προπορευόταν:

Ψυχή που μου 'φυγες, αν ακούς γύρνα και κοίτα
{μήπως και στήλη άλατος γενώ και ενωθώ μια και καλή...}

                                      ένα τέρας που θέλει να λέγεται
                                      άνθρωπος.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Ήχοι αναπάντεχοι

Το ραδιόφωνο είναι το μέσο της αναπάντεχης συνάντησης. 
Ειδικά όταν του επιτρέπεις το ρόλο του ρυθμιστή μιας συνεννοημένης αμηχανίας, 
τελώντας υπό το καθεστώς της σιωπής, γίνεσαι ένα παιχνίδι στις επιθέσεις του. 
Άμυνα χωρίς οχυρώσεις.


Τι κι αν ήταν κονσέρβα, τι κι αν πολλές φορές τον είχα ακούσει χωρίς να αναρωτηθώ;
Η ραδιοφωνική έκπληξη συνίσταται για μένα στο γεγονός της μη συνειδητής επιλογής-
είναι σαν να βλέπεις ένα προσωπο για χρόνια, κάθε μέρα, και μόνο από μια ( τυχαία; ) 
κίνηση να αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος που έχει μέσα σου.
Κάπως έτσι: http://st0rage.org/~n2j3/?p=225717136


Αλλά και σήμερα με πρόλαβαν, πάλι στο τρίτο. Εκεί που αναλογιζόμουν τη σχέση 
με το ραδιόφωνο και το θέμα της ανάρτησης, ο ομιλητής,ποιος δεν συγκράτησα, εμίλησε, 
μεταξύ άλλων, για την "ελεημοσύνη της λήθης". 
Αυτό είναι: το ραδιόφωνο τελεί σε σχέση εκλεκτική με τη μνήμη:
αντεπιτίθεται αδιακρίτως και κραταιώς σαν το αέρα στο παράθυρο που δεν έκλεισες.
Κι είσαι εσύ που του αφήνεις το χώρο σου, του σιωπητηρίου, για να ανπτύξει τις
παρατάξεις των ήχων του, είσαι εσύ που ακούγοντας πάντα ανύποπτα επιτρέπεις 
να υφάνει έναν ιστό από ονομάτα και ηχοχρώματα
ηχολήπτες, παραγωγοί, φωνές ζεστές και άλλες τυπικές, ήχοι χωρίς πρόσωπο 
όπως η μνήμη, εικόνες δίχως ήχο.
Κι αν η μνήμη σου λέει ο χρόνος σκάβει την καρδιά με αγάπη και πόνο 
ο ήχος απαντά στην ερώτηση  Σιωπή που με πας;
με την παρηγοριά ενός τραγουδιού που ποτέ δεν περίμενες να ακούσεις
στην ερτζιανή "αγορά", λες και κατέχεις αποκλειστικότητα.


Όλα είναι ήχος. Τα λησμονημένα πρόσωπα της μνήμης σου αναπηδούν
κάνοντας ήχο, το τσάκισμα της ψυχής που αρνείται να ξεχάσει.
Το ραδιόφωνο θυμίζει πως τα αυτιά είναι πάντα ευήκοα,
κι ας μην είναι αυτόπτη.
Κάπως έτσι, και μια ηχολήπτρια(οκ και φωνή των Ελελευ,αλλά το αγνοούσα),ένα όνομα
δηλαδή παραταγμένο στην αποφώνηση ερείζει για το δικαίωμα στην ηχητική έκλπηξη:


Κυριακή, 4 Μαρτίου 2012

ούτε η πηνελόπη αυτονόητη δεν ήταν

προς δημοσίευση τα παρακάτω αποκόμματα χειρόγραφων σημειώσεων,(κατόπιν εκλεκτής αιτήσεως):

Γύρω του μισοκαθαρισμένες πατάτες
                                                            που δεν ψήθηκαν
μια σχεδόν φαγωμένη
ρέγγα. ένα άδειο ποτήρι, σχεδόν χωρίς στίγματα και
           εκοίταζε. Περίεργη η ηχώ της ηδονής, άλλοτε μοιάζει
μ'ουρλιαχτό μα τόσο συχνά με
κλαψούρισμα. Ένα ψαλίδι,
που ανοίγει, πόδια ζευγάρι, συσφιγκτήρ. [...]Και τα πράγματα να είναι 
τόσο οικεία για να σε πείσουν ότι δεν θες
      ότι δεν ζεις. Μα οι άντρες άφωνο ήταν που τον
άφησαν. ψωμί και οίνος και γένια αχτένιστα-τουλάχιστον για σήμερα.

κι όμως απόψε θ'ανέβω στην ταράτσα/και θα καπνίσω αφήνοντας
μόνο το φεγγάρι να με κοιτάζει/κι ύστερα βραδιάτικα
το ποδήλατο θα πάρω και θα κατηφορίσω ως τη.../θα μπλεχτώ
με ανθρώπους που ποτέ δεν θα με διάβαζαν/ή ως βάσανο μόνο
ξανά θα καπνίσω/τώρα δίχως αυτή την θέα κι αφού από ώρα πολλή
φεγγαρόλουστος. ησυχασμένος
θα πάρα της επιστροφής την ανηφόρα. Α,ναι!Θα τη δω;/
ίσως!το ταξίδι αυτό, οι δρόμοι εκείνοι που έχουν σημασία/κι όσοι 
καιρό σε περιμένουν όλον τον κόσμο πρώτα να γυρίσεις/ 
για να πέσεις στην αγκαλιά τους.
μα, δεν είναι αυτονόητο.

[...]Έπειτα ο κόσμος χάρτινος,μια κόχη,
ένα κείμενο ελάχιστο ή ούτε,
ένα άδειο τραπέζι και μια ανήσυχη αδράνεια.


υγ1 Φημολογείται πως τα fragmenta ετούτα εκούσια συνενώθηκαν δια της
επικάλυψης, κάτι σαν διαδοχική καλειδοσκοπική αναπαράσταση
υγ2 Στο εξής, λίγο για δική μου συνέπεια, λίγο για να ζωντανεψει ο χώρος-αρνητής 
των ιστοτόπων(και ειδικά ο δικός μου o αφιλόξενος)
κάθε κυριακή βράδυ μια ανάρτηση θα περιμένει να ταϊσει το feed των 93
που φανερά παρακολουθούν. κάτι σαν αναχώματα στην αρνητική έλξη του δευτεριάτικου πρωινού.

καληνύχτα.