προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

ένα πρωί που απ' τον χρόνο ξεχάστηκε..

Ο κύριος Μ. κατοικεί σ' ένα διαμέρισμα με κεντρική θέρμανση στην οδό...., αριθμός 78Β. Το πρωί που κάνει κρύο πολύ σηκώνεται νωρίς κι ενώ με το ΄να χέρι ψήνει τον καφέ, ταϊζει τον φλώρο με το άλλο. 
Το βλέμμα του παραμένει φαινομενικά αδρανές, βυσσισμένο στα των αποχρώσεων των αρωμάτων του καφέ και του παλιού δέρματος. Βλέπετε δίπλα του αναπάυεται μακάριος ένας Θουκυδίδης ετών πεντακοσίων.
Ο κύριος Μ. σέρνει ρυθμικά τις παντόφλες του στο διάδρομο ώσπου ο καφές
να βράσει σφυρίζοντας τη βροχή του...
ενώ έξω ο ήλιος καλοπιάνει τους περαστικούς, αλκυονίδες μέρες,
κι εκείνοι γουργουρίζουν.
Ενθυμούμενος τον καφέ ξαναγυρίζει και το βλέμμα του κάνει ένα γύρω 
στο σεμέ της προγιαγιάς, στον κούκο τον σκαλιστό του πατέρα, 
στην αγιογραφία του της νιότης. 
Ο γιος του τού χαμογελά από μια γωνιά κι ενώ φουσκώνει το καϊμάκι, 
η προσοχή συγκεντρώνεται σ' ένα μικρό μικρό βιβλίο, στο μικρό μικρό τραπέζι με την αφιέρωση ιδιόγραφη. Ανοίγει στην τύχη και διαβάζει φωναχτά: 
η ποίηση πρέπει να 'ναι 
ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
πάνω που θα 'χεις γλυκαθεί
να σπας τα δόντια σου
Φαντάζεται την έκφραση του γιου του έχοντας μόλις δαγκώσει ένα όμοιο...
Σηκώνεται ενώ ο καφές ξεχειλίζει-τον έχει ξεχάσει τον παντελώς. 
Πιάνει το σημειωματάριο, γυρίζει τις σελίδες
μετάφραση Αγαμέμνωνσχόλια στην Φόνισσα, χα! το έγκλημα και τιμωρία στα Λατινικά. Να, μια λευκή σελίδα-πιάνει να γράψει, μα το χέρι του σκαλώνει στην πρώτη φράση
Το σπίτι μου κι αν δεν είναι καθαρό, ατακτοποίητο δεν θα το πεις ποτέ..
Μια ζωή μέσα στα γράμματα, όλα ένα χαλί κεντημένο στο χέρι
πάνω του ο χυμένος καφές, ας είναι ευλογημένος ,
μα στο τραπέζι τώρα ένα μπωλ, ζαχαρωτά.
Βότσαλα; Αν δεν φας δεν θα μάθεις.
Έξω έχει αρχίσει να βρέχει και το κουδούνι που χτύπησε του φάνηκε σαν επιτονισμός στη ρυθμικότητα.
Ο χρόνος, σκέφτεται. Ανοίγει μουρμουρίζοντας, κι ενώ πατά πάνω στους καφέ λεκέδες,
το σπίτι μου κι αν δεν είναι καθαρό, πάντα μοσχοβολάει
Ανοίγει την πόρτα ακόμα αφηρημένος, ένας άντρας μπαίνει
και τον αγκαλιάζει. Μόλις μυρίσει τον καφέ το πρόσωπο του θα 
λάμψει και θ' αστειευτεί ρωτώντας αν θα 'χει και 
ζαχαρωτό το κέρασμα. 
Ο καιρός ξανάνοιξε. Ίσα-ίσα για να με μουσκέψει σφυρίζει
ο νιόφερτος ρίχνοντας το βλέμμα στο παράθυρο
Καφέ να σε κεράσω; Όχι, όχι μην φας απ' αυτά αγόρι μου
Είναι παλιά, θα χαλάσεις τα δόντια σου.
Μα εκείνος έχει ήδη βάλει στο στόμα του.

@


Κάθε ιστορία οφείλει να ξαναγράφεται από την αρχή κάθε φορά που σκοντάφτει στα είδωλα που στήνει.

                Ένας άντρας βγήκε τρέχοντας μέσα απ’ τους κορμούς των δέντρων. Δεν γύρισε το κεφάλι του στιγμή προς την κατηφόρα του λόφου που άφηνε, τρέχοντας αδέξια σαν σκιάχτρο. Κι ενώ το κεφάλι του έπαιρνε να κοκκινίζει απ’ το λαχάνιασμα στα μάτια του έλαμπε μια λάμψη, δεν μπορώ να πω από τι.
                Ψάχτηκε στα γρήγορα βρήκε ένα παλιό χαρτί κι άρχισε να γράφει τινάζοντας κάθε λίγο το χέρι του, στη βροχή, στο.., ποιος ξέρει: «Όταν κινούσα κατά δω δεν ήξερα πως ξεδιπλώνει τις φολίδες του ο κόσμος. Στον ερχομό ξεχνούσα κάθε λίγο ώσπου έφτασα εδώ στο-δίχως-όνομα. Ο λόφος που γέρνει απάνω τη σκιά του, τον ονόμασα της καταιγίδας, μιας και κάθε που βροντά αντηχεί την αγριάδα. Στα πόδια του ξύπνησα Σήμερα και Την έψαξα. Έξω να κοιτάει την άπνοια που καθήλωνε τα σύννεφα. Στο αγκάλιασμα έφυγε, στο δάσος. Πώς ν’ αγγίξω τα μέλη σου που καίνε κι όμως δε λεν ν’ ανοίξουν;
                Οι κορμοί την τύλιξαν κι έτσι κι εγώ πλησίασα. Κι όμως το δάσος δεν ήτανε μυστήριο, μια φωλιά πουλιών, μια σειρά από όμοια δέντρα. Έπρεπε όμως να την ψάξω, στα γρήγορα όπως το απαιτούσε η επιθυμία, με τον τρόπο της. Εκεί. Πήρα να τρέχω μα σύντομα λαχάνιασα, τούτο το μέρος χωρίς σχέδιο, χωρίς φως.. Εδώ χάνονται οι ακτίνες και μένεις να υπολογίζεις το δρόμο με το ένστικτο. Σκεφτόμουν πως χάθηκα μια για πάντα φωνάζοντας το όνομα της, αυτό που της έδωσα, κι αυτός ο τρόπος του χαμού είχε έναν πόνο γλυκόπιοτο, αργόν, απολαυστικό. Γιατί σε ψάχνω; Έχω τόσο ξεχάσει τη μορφή σου και μόνο ένα τσίμπημα μου θυμίζει πως κάτι εδωδά, αναζητώ.» Κοντοστάθηκε κι άναψε με κόπο , ένα τσιγάρο. «Πάντα, όταν δεν έχω τι να πω, καπνίζω.» Ο ουρανός σα να άνοιξε λιγάκι, κι ο άντρας πήρε το δρόμο πίσω.
                Ένα ζουζούνι πέρασε μέσα από τους κύκλους τους καπνούς και ζαλισμένο, από τις δυσανάλογες αναθυμιάσεις, κοντοστάθηκε σ’ ένα κλαδί. Από κει που στεκόταν πρόσεξε το νοτισμένο χειρόγραφο, ό,τι πρόσεξε εδώ κείται. Οι υπόλοιπες γραμμές είχαν σβηστεί ή κάποιος δεν θέλησε να ποτέ να ειπωθούν.