προσφώνηση

κι αν όλα έχουν ειπωθεί τόσο,
ώστε σαν τριμμένα ρούχα δεν αντέχουν στο φόρεμα

στη μέσου του καιρού ας σταθούμε
μήπως και αφουγκραστούμε
-αν και όσο γίνεται-
τ' ανείπωτο ή έστω
αυτά που δεν λέγονται.

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

@


Κάθε ιστορία οφείλει να ξαναγράφεται από την αρχή κάθε φορά που σκοντάφτει στα είδωλα που στήνει.

                Ένας άντρας βγήκε τρέχοντας μέσα απ’ τους κορμούς των δέντρων. Δεν γύρισε το κεφάλι του στιγμή προς την κατηφόρα του λόφου που άφηνε, τρέχοντας αδέξια σαν σκιάχτρο. Κι ενώ το κεφάλι του έπαιρνε να κοκκινίζει απ’ το λαχάνιασμα στα μάτια του έλαμπε μια λάμψη, δεν μπορώ να πω από τι.
                Ψάχτηκε στα γρήγορα βρήκε ένα παλιό χαρτί κι άρχισε να γράφει τινάζοντας κάθε λίγο το χέρι του, στη βροχή, στο.., ποιος ξέρει: «Όταν κινούσα κατά δω δεν ήξερα πως ξεδιπλώνει τις φολίδες του ο κόσμος. Στον ερχομό ξεχνούσα κάθε λίγο ώσπου έφτασα εδώ στο-δίχως-όνομα. Ο λόφος που γέρνει απάνω τη σκιά του, τον ονόμασα της καταιγίδας, μιας και κάθε που βροντά αντηχεί την αγριάδα. Στα πόδια του ξύπνησα Σήμερα και Την έψαξα. Έξω να κοιτάει την άπνοια που καθήλωνε τα σύννεφα. Στο αγκάλιασμα έφυγε, στο δάσος. Πώς ν’ αγγίξω τα μέλη σου που καίνε κι όμως δε λεν ν’ ανοίξουν;
                Οι κορμοί την τύλιξαν κι έτσι κι εγώ πλησίασα. Κι όμως το δάσος δεν ήτανε μυστήριο, μια φωλιά πουλιών, μια σειρά από όμοια δέντρα. Έπρεπε όμως να την ψάξω, στα γρήγορα όπως το απαιτούσε η επιθυμία, με τον τρόπο της. Εκεί. Πήρα να τρέχω μα σύντομα λαχάνιασα, τούτο το μέρος χωρίς σχέδιο, χωρίς φως.. Εδώ χάνονται οι ακτίνες και μένεις να υπολογίζεις το δρόμο με το ένστικτο. Σκεφτόμουν πως χάθηκα μια για πάντα φωνάζοντας το όνομα της, αυτό που της έδωσα, κι αυτός ο τρόπος του χαμού είχε έναν πόνο γλυκόπιοτο, αργόν, απολαυστικό. Γιατί σε ψάχνω; Έχω τόσο ξεχάσει τη μορφή σου και μόνο ένα τσίμπημα μου θυμίζει πως κάτι εδωδά, αναζητώ.» Κοντοστάθηκε κι άναψε με κόπο , ένα τσιγάρο. «Πάντα, όταν δεν έχω τι να πω, καπνίζω.» Ο ουρανός σα να άνοιξε λιγάκι, κι ο άντρας πήρε το δρόμο πίσω.
                Ένα ζουζούνι πέρασε μέσα από τους κύκλους τους καπνούς και ζαλισμένο, από τις δυσανάλογες αναθυμιάσεις, κοντοστάθηκε σ’ ένα κλαδί. Από κει που στεκόταν πρόσεξε το νοτισμένο χειρόγραφο, ό,τι πρόσεξε εδώ κείται. Οι υπόλοιπες γραμμές είχαν σβηστεί ή κάποιος δεν θέλησε να ποτέ να ειπωθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: